Peer Learning Activity on Actions to reduce early school leaving in VET

The Role of Quality Assurance

 

training-1848725960720Στις  30 Σεπτεμβρίου & 1 Οκτωβρίου 2015 πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι συνάντηση εργασίας (PLA) εμπειρογνωμόνων με θέμα την αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Την συνάντηση διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Διασφάλιση Ποιότητας (EQAVET)[1] σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Εκπαίδευσης[2] της Φινλανδίας. Τον ΕΟΠΠΕΠ εκπροσώπησαν ο  κ. Αντώνης Γλάρος, Προϊστάμενος της Δ/νσης Ανάπτυξης  & Επικοινωνίας  και η κ. Αγγελική Αθανασούλη, Προϊστάμενη του Τμήματος  Εθνικού Συστήματος Ποιότητας του φορέα.

Το πλαίσιο των συζητήσεων του PLA καθόρισαν ερευνητικά πορίσματα των τελευταίων χρόνων τα οποία καταδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ) στην καταπολέμηση των υψηλών ποσοστών πρόωρης  σχολικής  εγκατάλειψης[3] στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα  σε κοινή έκθεση του προγράμματος «Ευρυδίκη» και του CEDEFOP[4]  (2014) για την αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής διαπιστώνεται ότι

  • Μεγάλος αριθμός εκπαιδευομένων που επιστρέφουν στο εκπαιδευτικό σύστημα παρακολουθεί προγράμματα ΕΕΚ
  • Σε αρκετές χώρες της ΕΕ η υψηλή συμμετοχή σε προγράμματα ΕΕΚ καθώς και τα υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από αυτά σχετίζονται άμεσα με την μείωση του ποσοστού των ατόμων τα οποία εγκαταλείπουν την εκπαίδευση
  • Το ένα τρίτο όσων εγκαταλείπουν πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα ολοκληρώνει μεταγενέστερα την  παρακολούθηση προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης/κατάρτισης
  • Οι παιδαγωγικές μέθοδοι που  εστιάζουν στην επαγγελματική εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα ελκυστικές για όσους επιστρέφουν στο εκπαιδευτικό σύστημα

Σε πολλές μάλιστα χώρες διαπιστώνεται ότι η βελτίωση της  επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης αποτελεί συστατικό στοιχείο των εκπαιδευτικών πολιτικών προκειμένου να προσελκύσουν ξανά στην εκπαίδευση  άτομα με πολύ διαφορετικές μαθησιακές διαδρομές.  Ωστόσο, τα  πορίσματα  καταδεικνύουν  επίσης ότι για να μπορέσει η ΕΕΚ να ‘παίξει’ τον ρόλο της στην  αντιμετώπιση του προβλήματος  της πρόωρης εγκατάλειψης  θα πρέπει  πρώτα  οι εκπαιδευόμενοι  να έχουν ολοκληρώσει  ένα πρόγραμμα  επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης.

Σύμφωνα με την έρευνα του CEDEFOP (2014) αλλά και τις παρουσιάσεις αρκετών εκπροσώπων οι οποίες συνέτειναν στα ίδια συμπεράσματα, οι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόωρη αποχώρηση από προγράμματα της ΕΕΚ μπορεί να ομαδοποιηθούν σε τρείς κατηγορίες:

  • Η πρώτη αφορά τα ίδια τα άτομα και το οικογενειακό τους υπόβαθρο (π.χ. φύλο, κοινωνικο-οικονομικοί υπόβαθρο, μειονοτικό ή προσφυγικό υπόβαθρο)
  • Η δεύτερη κατηγορία συνδέεται με την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (π.χ. προτίμηση των εκπαιδευομένων για προγράμματα γενικής εκπαίδευσης, αναντιστοιχία μεταξύ της αντίληψης των εκπαιδευομένων για κάποια επαγγέλματα και της πραγματικότητας, αρνητική εικόνα για την επαγγελματική εκπαίδευση, το περιεχόμενο και ο τρόπος υλοποίησης των προγραμμάτων ΕΕΚ)
  • Τέλος η  τρίτη κατηγορία συνδέεται με την αγορά εργασίας και πιο συγκεκριμένα με την δυνατότητα ανεύρεσης εργασίας κατά την διάρκεια ενός  προγράμματος, όπως για  παράδειγμα όταν οι εκπαιδευόμενοι διαπιστώνουν ότι για την άσκηση κάποιων επαγγελμάτων δεν απαιτείται τίτλος σπουδών (unregulated occupations), ή οι εργασιακές συνθήκες δεν είναι ελκυστικές, ή όταν η γενικότερη οικονομική κατάσταση μειώνει  τα κίνητρα των εκπαιδευομένων.

[1] Η συνάντηση εντάσσεται στο πλαίσιο του προγραμματισμένου κύκλου εργασιών του Δικτύου για την περίοδο 2013-2015  και οργανώθηκε σε ανταπόκριση αιτημάτων πολλών Εθνικών Σημείων Αναφοράς  για το EQAVET

[2] Ο Οργανισμός  ‘National Board of Education’ υπάγεται στο Υπουργείο Παιδείας  & Πολιτισμού της Φιλανδίας και είναι υπεύθυνος για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των εκπαιδευτικών πολιτικών σε όλους τους τομείς της εκπαίδευσης  εκτός της τριτοβάθμιας

[3] Η ΕΕ ορίζει ως πρόωρη σχολική εγκατάλειψη το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-24 ετών το οποίο έχει παρακολουθήσει κυρίως προγράμματα κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και όχι ανώτερη εκπαίδευση ή κατάρτιση. CEDEFOP και  Eurydice χρησιμοποιούν τον ίδιο περίπου ορισμό αν και ξεχωρίζουν αυτούς που εγκαταλείπουν πρόωρα την τυπική εκπαίδευση από τους  drop outs

[4] http://www.cedefop.europa.eu/en/events-and-projects/projects/early-leaving-education-and-trainingΣτο  πλαίσιο αυτό οι εκπρόσωποι του Δικτύου έκριναν σκόπιμο να διερευνηθούν  περαιτέρω οι λόγοι για τους οποίους οι εκπαιδευόμενοι αποχωρούν από τα προγράμματα της ΕΕΚ και να εξετάσουν  πως τα συστήματα διασφάλισης ποιότητας και ιδιαίτερα αυτά που βασίζονται στις αρχές και στους δείκτες του Πλαισίου EQAVET μπορούν να συμβάλουν σε αυτό.  

Peer Learning Activity on Actions to reduce early school leaving in VET

The Role of Quality Assurance

 

training-1848725960720Στις  30 Σεπτεμβρίου & 1 Οκτωβρίου 2015 πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι συνάντηση εργασίας (PLA) εμπειρογνωμόνων με θέμα την αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Την συνάντηση διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Διασφάλιση Ποιότητας (EQAVET)[1] σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Εκπαίδευσης[2] της Φινλανδίας. Τον ΕΟΠΠΕΠ εκπροσώπησαν ο  κ. Αντώνης Γλάρος, Προϊστάμενος της Δ/νσης Ανάπτυξης  & Επικοινωνίας  και η κ. Αγγελική Αθανασούλη, Προϊστάμενη του Τμήματος  Εθνικού Συστήματος Ποιότητας του φορέα.

Το πλαίσιο των συζητήσεων του PLA καθόρισαν ερευνητικά πορίσματα των τελευταίων χρόνων τα οποία καταδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ) στην καταπολέμηση των υψηλών ποσοστών πρόωρης  σχολικής  εγκατάλειψης[3] στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα  σε κοινή έκθεση του προγράμματος «Ευρυδίκη» και του CEDEFOP[4]  (2014) για την αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής διαπιστώνεται ότι

  • Μεγάλος αριθμός εκπαιδευομένων που επιστρέφουν στο εκπαιδευτικό σύστημα παρακολουθεί προγράμματα ΕΕΚ
  • Σε αρκετές χώρες της ΕΕ η υψηλή συμμετοχή σε προγράμματα ΕΕΚ καθώς και τα υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από αυτά σχετίζονται άμεσα με την μείωση του ποσοστού των ατόμων τα οποία εγκαταλείπουν την εκπαίδευση
  • Το ένα τρίτο όσων εγκαταλείπουν πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα ολοκληρώνει μεταγενέστερα την  παρακολούθηση προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης/κατάρτισης
  • Οι παιδαγωγικές μέθοδοι που  εστιάζουν στην επαγγελματική εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα ελκυστικές για όσους επιστρέφουν στο εκπαιδευτικό σύστημα

Σε πολλές μάλιστα χώρες διαπιστώνεται ότι η βελτίωση της  επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης αποτελεί συστατικό στοιχείο των εκπαιδευτικών πολιτικών προκειμένου να προσελκύσουν ξανά στην εκπαίδευση  άτομα με πολύ διαφορετικές μαθησιακές διαδρομές.  Ωστόσο, τα  πορίσματα  καταδεικνύουν  επίσης ότι για να μπορέσει η ΕΕΚ να ‘παίξει’ τον ρόλο της στην  αντιμετώπιση του προβλήματος  της πρόωρης εγκατάλειψης  θα πρέπει  πρώτα  οι εκπαιδευόμενοι  να έχουν ολοκληρώσει  ένα πρόγραμμα  επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης.

Σύμφωνα με την έρευνα του CEDEFOP (2014) αλλά και τις παρουσιάσεις αρκετών εκπροσώπων οι οποίες συνέτειναν στα ίδια συμπεράσματα, οι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόωρη αποχώρηση από προγράμματα της ΕΕΚ μπορεί να ομαδοποιηθούν σε τρείς κατηγορίες:

  • Η πρώτη αφορά τα ίδια τα άτομα και το οικογενειακό τους υπόβαθρο (π.χ. φύλο, κοινωνικο-οικονομικοί υπόβαθρο, μειονοτικό ή προσφυγικό υπόβαθρο)
  • Η δεύτερη κατηγορία συνδέεται με την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (π.χ. προτίμηση των εκπαιδευομένων για προγράμματα γενικής εκπαίδευσης, αναντιστοιχία μεταξύ της αντίληψης των εκπαιδευομένων για κάποια επαγγέλματα και της πραγματικότητας, αρνητική εικόνα για την επαγγελματική εκπαίδευση, το περιεχόμενο και ο τρόπος υλοποίησης των προγραμμάτων ΕΕΚ)
  • Τέλος η  τρίτη κατηγορία συνδέεται με την αγορά εργασίας και πιο συγκεκριμένα με την δυνατότητα ανεύρεσης εργασίας κατά την διάρκεια ενός  προγράμματος, όπως για  παράδειγμα όταν οι εκπαιδευόμενοι διαπιστώνουν ότι για την άσκηση κάποιων επαγγελμάτων δεν απαιτείται τίτλος σπουδών (unregulated occupations), ή οι εργασιακές συνθήκες δεν είναι ελκυστικές, ή όταν η γενικότερη οικονομική κατάσταση μειώνει  τα κίνητρα των εκπαιδευομένων.

[1] Η συνάντηση εντάσσεται στο πλαίσιο του προγραμματισμένου κύκλου εργασιών του Δικτύου για την περίοδο 2013-2015  και οργανώθηκε σε ανταπόκριση αιτημάτων πολλών Εθνικών Σημείων Αναφοράς  για το EQAVET

[2] Ο Οργανισμός  ‘National Board of Education’ υπάγεται στο Υπουργείο Παιδείας  & Πολιτισμού της Φιλανδίας και είναι υπεύθυνος για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των εκπαιδευτικών πολιτικών σε όλους τους τομείς της εκπαίδευσης  εκτός της τριτοβάθμιας

[3] Η ΕΕ ορίζει ως πρόωρη σχολική εγκατάλειψη το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-24 ετών το οποίο έχει παρακολουθήσει κυρίως προγράμματα κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και όχι ανώτερη εκπαίδευση ή κατάρτιση. CEDEFOP και  Eurydice χρησιμοποιούν τον ίδιο περίπου ορισμό αν και ξεχωρίζουν αυτούς που εγκαταλείπουν πρόωρα την τυπική εκπαίδευση από τους  drop outs

[4] http://www.cedefop.europa.eu/en/events-and-projects/projects/early-leaving-education-and-trainingΣτο  πλαίσιο αυτό οι εκπρόσωποι του Δικτύου έκριναν σκόπιμο να διερευνηθούν  περαιτέρω οι λόγοι για τους οποίους οι εκπαιδευόμενοι αποχωρούν από τα προγράμματα της ΕΕΚ και να εξετάσουν  πως τα συστήματα διασφάλισης ποιότητας και ιδιαίτερα αυτά που βασίζονται στις αρχές και στους δείκτες του Πλαισίου EQAVET μπορούν να συμβάλουν σε αυτό.  

Σελίδα 2

Ειδική αναφορά έγινε στον δείκτη 4[5] του EQAVET καθώς, όπως αναφέρθηκε, καταγράφοντας απλώς τα ποσοστά των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα ή ολοκληρώνουν το πρόγραμμα σπουδών τους δεν οδηγεί σε ασφαλή και ολοκληρωμένα συμπεράσματα. Επίσης ειπώθηκε ότι οι ευρωπαϊκές και οι εθνικές προσεγγίσεις όσον αφορά τη συλλογή δεδομένων διαφέρουν σημαντικά και ως εκ τούτου συχνά τα δεδομένα δεν είναι συγκρίσιμα. Τέλος, τονίστηκε ότι παρότι οι εθνικές και οι ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων για την πρόωρη εγκατάλειψη έχουν αρχίσει να εμπλουτίζονται είναι απαραίτητο για την χάραξη πολιτικής η συλλογή περισσότερο αναλυτικών ποσοτικών και ποιοτικών στοιχείων (π.χ. πόσοι επιστρέφουν στη εκπαίδευση, ποια είναι τα κίνητρα και οι μαθησιακές τους διαδρομές). Κάποιες χώρες (Δανία, Ολλανδία – database for Education BRON) έχουν ήδη προχωρήσει στην δημιουργία συστημάτων συλλογής δεδομένων από παρόχους ΕΕΚ, υπευθύνους φορείς για την ανάληψη μέτρων αποκατάστασης και τοπικές/περιφερειακές αρχές.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η εκπρόσωπος της Ολλανδίας, μόνο μετά την λειτουργία της BRON (2005) το Υπουργείο Παιδείας ήταν σε θέση να σχεδιάσει και να εφαρμόσει αποτελεσματικά, συστήματα προειδοποίησης για πρόωρη σχολική αποχώρηση (warning school leaving). Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί της αποτελεσματικότητας του συστήματος αφού το 2002 είχαν εγκαταλείψει την εκπαίδευση 71.000 άτομα έναντι 26.000 ατόμων το 2015. Στόχος για το 2016 είναι 25.000 άτομα. Στην προσεκτικότερη ‘ανάγνωση’ των δεδομένων και ειδικότερα εκείνων που απαντούν στο ερώτημα, γιατί οι εκπαιδευόμενοι δεν ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους, αναφέρθηκε και ο Γερμανός εκπρόσωπος ως αναγκαίο βήμα για την καταπολέμηση της σχολικής διαρροής. 

Όσον αφορά τις κατηγορίες  των εκπαιδευομένων που σύμφωνα με την μελέτη του CEDEFOP τείνουν να εγκαταλείπουν νωρίς την εκπαίδευση, η ενίσχυση των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας μπορεί να συμβάλει:

  • Για τους παράγοντες που σχετίζονται με το οικογενειακό υπόβαθρο των ατόμων, στην ανάπτυξη περισσότερο εξατομικευμένων προγραμμάτων σπουδών[6], στην εφαρμογή οικονομικών κινήτρων για επιστροφή στην εκπαίδευση, στην εμπλοκή μεντόρων και καθοδηγητών καθώς και στην ενίσχυση των προγραμμάτων στήριξης και επαγγελματικού προσανατολισμού. Στους τομείς αυτούς ο κύκλος ποιότητας  EQAVET μπορεί να συμβάλει με τους δείκτες του στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παραπάνω μέτρων.
  • Αναφορικά με τους παράγοντες που σχετίζονται με την οργάνωση των προγραμμάτων στον χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τονίστηκε η αναγκαιότητα βελτίωσης των δεξιοτήτων και ικανοτήτων των εκπαιδευτικών, αλλαγών στον τρόπο οργάνωσης των ‘γενικών σπουδών’ (π.χ. μαθηματικά, γλώσσα, ομαδικές δεξιότητες, κλπ) ώστε να συμβάλουν στην ελκυστικότητα των προγραμμάτων της ΕΕΚ, ενίσχυσης προγραμμάτων συμβουλευτικής σταδιοδρομίας ώστε οι εκπαιδευόμενοι να επιλέγουν το σωστό πρόγραμμα και να αποφεύγουν μετέπειτα απογοητεύσεις. Έμφαση δόθηκε επίσης (σε επίπεδο συστημάτων) στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή πολιτικών οι οποίες προβάλλουν την επαγγελματική  εκπαίδευση και  κατάρτιση ως μια έγκυρη και πολύτιμη εκπαιδευτική επιλογή. Κάθε μια από τις προαναφερθείσες δράσεις μπορεί να παρακολουθηθεί/αξιολογηθεί στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διασφάλισης ποιότητας η οποία οδηγεί σε βελτιώσεις.
  • Σε σχέση με τους λόγους που συνδέονται με την αγορά εργασίας είναι γεγονός ότι η διαδικασία διασφάλισης ποιότητας μπορεί να συμβάλει πολύ λιγότερο. Και αυτό γιατί υπάρχει μια σειρά εξωτερικών παραγόντων οι οποίοι επηρεάζουν το περιβάλλον που οι μαθητές εκπαιδεύονται (π.χ.  οικονομία,  εργασιακές σχέσεις, μισθοί, κλπ.).  Όμως, σαφώς μπορεί να βοηθήσει  στη βελτίωση της ενημέρωσης και της επικοινωνίας οι οποίες με την σειρά τους μπορεί να συμβάλουν στην μείωση των ποσοστών των drop outs στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Τόσο στο επίπεδο των συστημάτων όσο και στο επίπεδο των παρόχων είναι δυνατή η μείωση της αναντιστοιχίας μεταξύ, του τι οι εκπαιδευόμενοι νομίζουν για την ‘δουλειά’ και της πραγματικότητας. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την ανάπτυξη στενών σχέσεων (partnerships) μεταξύ των παρόχων και των εργοδοτών, την εμπλοκή άλλων ενδιαφερομένων μερών αλλά και ρεαλιστική και αποτελεσματική πληροφόρηση για το περιεχόμενο ενός εκπαιδευτικού προγράμματος, π.χ. τι θα πρέπει να προσμένουν οι εκπαιδευόμενοι όταν ολοκληρώσουν επιτυχώς ένα πρόγραμμα μαθητείας.

[5]   Ποσοστό ολοκλήρωσης προγραμμάτων ΕΕΚ: αριθμός εκπαιδευομένων που έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία ή έχουν εγκαταλείψει προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης

[6] Η εκπρόσωπος της Φιλανδίας αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην μεταστροφή που πραγματοποιείται την τελευταία δεκαετία στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας με την ενσωμάτωση της προσέγγισης των ‘μαθησιακών αποτελεσμάτων’ (Learning Outcomes) στα προγράμματα σπουδών καθώς και την ‘δόμηση’ των τίτλων σπουδών με βάση τις ‘μαθησιακές ενότητες’ (Units). Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η παραπάνω προσέγγιση βοηθά στη δημιουργία ευέλικτων και εξατομικευμένων μαθησιακών διαδρομών και προωθεί την αναγνώριση και πιστοποίηση της προηγούμενης άτυπης μάθησης.